Η αντοχή της ακραίας εκδοχής της αγοράς




Download 2.91 Mb.
bet218/221
Sana26.06.2021
Hajmi2.91 Mb.
#15184
1   ...   213   214   215   216   217   218   219   220   221
Η αντοχή της ακραίας εκδοχής της αγοράς
Πολλοί πίστεψαν ότι ο σεισμός της Λισσαβόνας της εκκοσμικευμένης οικονομικής θεοδικίας επήλθε το Σεπτέμβριο του 2007 με την κατάρρευση της Τράπεζας Lehman. Η κρίση της αγοράς ενυπόθηκων δανείων, η τιτλοποίηση των οποίων είχε αποτελέσει τη βάση του σχεδιασμού και της σύνθεσης των παραγώγων, μετέτρεψε τη γιγάντια κερδοφορία και τα ακόμη μεγαλύτερα αναμενόμενα κέρδη στη μεγαλύτερη κρίση της οικονομίας μετά το 1929. 12 εκατ. άνθρωποι στις Η.Π.Α. δεν ήταν πλέον σε θέση να πληρώσουν τα στεγαστικά ή καταναλωτικά δάνεια που είχαν συνάψει και που ήταν η βάση του οικοδομήματος της χρηματοπιστωτικής «καινοτομίας» (Rajan, 2010, Stiglitz, 2010, Shiller, 2008).

Η εικονική πραγματικότητα της αλάνθαστης, αυτορυθμιζόμενης και αποτελεσματικής αγοράς κατέρρευσε μαζί με τον μαθηματικό έλεγχο των πιθανοτήτων, συμπαρασύροντας την εικονική πραγματικότητα της ευημερίας, η οποία, μέσω του δανεισμού, είχε καλύψει την πραγματικότητα της γιγάντιας ανισότητας των επιπτώσεων της αποβιομηχάνισης και της επί 30 χρόνια τουλάχιστον συνεχιζόμενης αναδιανομής του εισοδήματος υπέρ μιας όλο και ισχυρότερης κοινωνικής μειοψηφίας, στο πλαίσιο της επιταχυνόμενης ασυμμετρίας του διεθνούς οικονομικού συστήματος. Αυτή η ασυμμετρία, κυρίως μέσω της αγοράς αμερικανικών ομολόγων από την Κίνα είχε δημιουργήσει τη γιγάντια ρευστότητα κεφαλαίων, η οποία επέτρεψε την εικονική πραγματικότητα της γενικευμένης ευημερίας.

Όμως η διάσωση των τραπεζών και του τραπεζικού συστήματος από το κράτος, η παρέμβαση δηλαδή της ορατής χειρός από τη στιγμή που η αόρατη απεδείχθη ανύπαρκτη, δεν είχε ως αποτέλεσμα την αλλαγή του παραδείγματος.

Η κεϋνσιανής λογικής παρέμβαση είχε ως μοναδικό στόχο τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και οδήγησε στην κοινωνικοποίηση των ζημιών και στην αναπαραγωγή της ιδιωτικοποίησης του κέρδους.

Η διάσωση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου είχε και έχει ένα γιγάντιο δημοσιονομικό κόστος, το οποίο και αποτέλεσε τον αμέσως επόμενο στόχο της κερδοσκοπίας του διασωθέντος χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Η κρίση δεν περιόρισε την κυριαρχία του. Αντίθετα την ενέτεινε, εμβαθύνοντας την οικονομική ανισότητα, μέσω της πρωτοφανούς νέας αναδιανομής πόρων που ήταν και είναι απαραίτητη για να καλυφθεί το κόστος του ανορθολογισμού του υποτιθέμενου καθαρού λόγου του παραδείγματος της απόλυτης εκδοχής της αγοράς. Άλλωστε η δημοσιονομική κρίση διευκόλυνε και τη μετάθεση των ευθυνών. Αν για τη χρηματοπιστωτική κρίση ήταν υπεύθυνες οι επενδυτικές τράπεζες, τότε για τη δημοσιονομική υπεύθυνα είναι τα κράτη και όχι οι τράπεζες. Παρόλο που το επιχείρημα αποκρύπτει τις ευθύνες των τραπεζών και επαναπροσανατολίζει την ανεξέλεγκτη ροή των πόρων προς τις (επενδυτικές) τράπεζες και όχι προς την παραγωγική διαδικασία, αναδεικνύει αθέλητα το γεγονός, ότι ο συνδυασμός πολιτικών της ανισότητας και δανεισμού με στόχο τη διαμόρφωση της εικονικής πραγματικότητας της ευημερίας, είναι αυτός που συγκροτεί τον πυρήνα της υπαγωγής της πολιτικής στην απόλυτη εκδοχή της αγοράς.

Η κρίση του πολιτικού δεν εστιάζεται στον κρατικό ολοκληρωτισμό, όπως στον μεσοπόλεμο. Εστιάζεται στην ανθεκτικότητα της πολιτικής της ανισότητας (Crouch, 2011), η οποία, είτε με τη μορφή της λυσσαλέας ενορχηστρωμένης αντίδρασης της Δεξιάς στις ΗΠΑ απέναντι σε κάθε προσπάθεια επανασύστασης του κεϋνσιανού παραδείγματος, είτε με τη μορφή της θεσμικής κατοχύρωσης του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού ως υποδομής του παραδείγματος της αποτελεσματικής αγοράς, συνεπικουρούμενη από την αναβίωση του (οικονομικού) εθνικισμού, περιθωριοποιεί και πάλι το πολιτικό. Ήδη η συνθήκη του Maastricht είχε θεμελιώσει την ελλειμματική οργανωτική μορφή της ευρωζώνης (μονοδιάστατη λειτουργία της κεντρικής ευρωπαϊκής τράπεζας, έλλειψη κοινής οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής) και τον «χρυσό κανόνα» του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Αυτή τη φορά, η περιθωριοποίηση του πολιτικού δεν παίρνει τη μορφή του εθνικιστικού, ή/και ρατσιστικού ανορθολογισμού, αλλά εμφανίζεται με τη δύναμη του υποτιθέμενου καθαρού λόγου της απόρριψης των αναγκαίων όρων αναπαραγωγής της κοινωνίας, ως ανορθολογικής πίεσης στην ισχύ του ορθού λόγου της αγοράς (Ordoliberalism). Θέση η οποία εστιάζεται στην απόρριψη κάθε πολιτικής πρωτοβουλίας που θα περιόριζε την εσωτερική ασυμμετρία της ευρωζώνης και η οποία κωδικοποιείται στην απόρριψη της μεταβολής της Νομισματικής Ένωσης σε «μεταβιβαστική ένωση» (transfers union).

Η παγκόσμια οικονομική ασυμμετρία, λόγω της μετεγκατάστασης της βιομηχανικής παραγωγής, η οικονομική ανισότητα και η εμβάθυνση της, λόγω του δημοσιονομικού κόστους και της ανακατανομής των φορολογικών βαρών, που συγκεκριμενοποιούν την αναπαραγωγή της συμπαρασύροντας και τις μεσαίες τάξεις, δεν συρρικνώνουν απλώς το κοινωνικό κράτος και τα εισοδήματα. Θέτουν επί τάπητος την ίδια την υπόσταση της Δημοκρατίας και εν τέλει και πάλι το εγχείρημα της νεωτερικότητας. Τη στιγμή μάλιστα που τα κοινωνικά δικαιώματα συρρικνώνονται και τα πολιτικά εξουδετερώνονται εξαρτώμενα από την κρίση των οίκων αξιολόγησης, ως εκφραστών της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, η αποτελεσματικότητα του αυταρχισμού και του ολοκληρωτισμού, αυτή τη φορά στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας και της ακραίας εκδοχής της αγοράς, εμφανίζεται ως εναλλακτική λειτουργική λύση. Η γοητεία της οικονομικής αποτελεσματικότητας του κινεζικού αυταρχισμού μοιάζει ακαταμάχητη και ταυτίζεται με την «από τη Δύση απολεσθείσα ηθική της εργασίας» (Ferguson, 2011).

Η απειλή είναι τελικά η μεταδημοκρατία της απόλυτης επιβολής των οικονομικών συμφερόντων. Το ζητούμενο είναι, σύμφωνα με τη διατύπωση του Habermas34, η διάσωση της αξιοπρέπειας, της Δημοκρατίας. Το ζητούμενο είναι η απελευθέρωση του πολιτικού από την καταστροφική δύναμη της νεοφιλελεύθερης πολιτικής της ανισότητας (Habermas, 2011).

Στις ΗΠΑ η καταστροφική δυναμική του παραδείγματος της ακραίας εκδοχής της αγοράς, παίρνει τη μορφή της υπερσυγκέντρωσης του πλούτου, της συρρίκνωσης της μεσαίας τάξης, της πρωτοφανούς έντασης του κοινωνικού αποκλεισμού, της αποβιομηχάνισης και της παράλυσης του πολιτικού συστήματος, λόγω κυρίως της ενορχηστρωμένης δράσης της αντίδρασης, που επιταχύνει την υποχώρηση της θέσης της Αμερικής στον κόσμο35.

Στην Ευρώπη, το θεμελιώδες βήμα αυτής της καταστροφικής δυναμικής θα είναι η κατάρρευση της Ευρωζώνης και της Ε.Ε. Η κατάρρευση τελικά του καθοριστικού πολιτισμικού και πολιτικού εγχειρήματος της μεταπολεμικής Ευρώπης ως προοπτικής της διαμόρφωσης μιας κοινότητας Δικαίου, όπου η έννοια του πολίτη συμπυκνώνει τη διαδικασία υπέρβασης των εθνικών ορίων της Δημοκρατίας, ίσως υπό τη μορφή της ομοσπονδίας ή της συνομοσπονδίας.

Υπό την καθοδήγηση των συντηρητικών δυνάμεων της Γερμανίας36, η θεμελιωμένη στη συνθήκη της Λισσαβόνας διακυβερνητική λογική37 της – αναποτελεσματικής – διαχείρισης της κρίσης και η ηθικολογική και γι’ αυτό αντιδημοκρατική και αντίθετη προς την πολιτική της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας ερμηνεία του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου, σηματοδοτούν την προσπάθεια αναπαραγωγής αλλά και επέκτασης της ανισότητας όχι μόνον στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών εθνικών κοινωνιών, αλλά και στην ίδια τη μορφή της διάρθρωσης των σχέσεων μεταξύ των κρατών-μελών της Νομισματικής Ένωσης (Χαραλάμπης, 2012). Άλλωστε η Γερμανία είναι η μόνη χώρα που διατήρησε τον βιομηχανικό της χαρακτήρα και τη δυναμική της βιομηχανικής της παραγωγής και ανταγωνιστικότητας (Agenda 2010) και γι’ αυτό αντιμετώπισε με επιτυχία την οικονομική κρίση και σταθεροποίησε την οικονομική κυριαρχία της στην Ευρώπη.

Η αυτόματη επιβολή κυρώσεων στους παραβάτες του «χρυσού κανόνα» του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού και κυρίως η πρόταση της γερμανικής κυβέρνησης να ανατεθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο έλεγχος και η τιμωρία των παραβατών της από τη λογική του κεφαλαίου οριζόμενης συγκεκριμένης μορφής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, καταλήγει στην ανάδειξη μιας συγκεκριμένης πολιτικής άρνησης του πολιτικού. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για την απόφαση συνταγματικής κατοχύρωσης από όλες τις χώρες της ευρωζώνης, όπως έχει ήδη γίνει στη Γερμανία, του «χρυσού κανόνα» του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού βασισμένου στα εξωπραγματικά όρια του χρέους (60% του ΑΕΠ) και του ελλείμματος (3% του ΑΕΠ, το οποίο πλέον απαιτείται να υποχωρήσει στο 0,5% του ΑΕΠ) που είχε θέσει η συμφωνία του Maastricht. Είναι άλλωστε πολιτισμικά ιδιαίτερα ενδιαφέρον ότι στη γερμανική γλώσσα η έννοια του χρέους και της ενοχής ταυτίζονται στο σημασιολογικό περιεχόμενο της έννοιας Schuld. Σύμφωνα με αυτήν την συντηρητική λογική η πολιτική της ανισότητας επιβάλλει, ως προϋπόθεση sine qua non της αποδοχής της διατήρησης της ευρωζώνης, την τιμωρία των οφειλετών ως ενόχων38. Έστω και αν με αυτό τον τρόπο η ύφεση και η ανισότητα δυνητικά ολοκληρώνουν τον κύκλο της έκπτωσης του πολιτικού και αφήνουν ανοικτή την προοπτική της διάλυσης της Νομισματικής Ένωσης και της ΕΕ.

Οι παρατηρήσεις αυτές δεν σχετικοποιούν ασφαλώς το ανορθολογικό περιεχόμενο των πελατειακών σχέσεων, τη φορολογική ασυλία και την από αυτήν προκύπτουσα φοροδιαφυγή, την παθολογία της σχέσης δημοσίου-ιδιωτικού, την κρατικιστική ετερονομία της οικονομίας, την αποσύνδεση των μισθών και εισοδημάτων από την παραγωγικότητα και τον αντιπαραγωγικό και καταναλωτικό χαρακτήρα της οικονομίας που οδήγησαν τη χώρα μας για πολλοστή φορά στη χρεοκοπία.

Το τέλος δεν έχει όμως ακόμη προδιαγραφεί. Η κανονιστική δύναμη του πραγματικού του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού εγχειρήματος θα αποδειχθεί, πιστεύω, ισχυρότερη από την πολιτική της ανισότητας που διαβρώνει τα θεμέλιά του, γιατί το διακύβευμα είναι θεμελιώδες. Όπως διαπιστώνει ο Radoslaw Sikorski, υπουργός εξωτερικών της Πολωνίας, το δίλημμα είναι απλό και αναπόφευκτο: “deeper integration or collapse”. Ήδη η συμφωνία της 9ης Δεκεμβρίου 2011 μπορεί μεν να θεμελιώνει τη γερμανική συντηρητική και περιοριστική αρχιτεκτονική λιτότητας και πειθάρχησης των ευρωπαϊκών κοινωνιών αναπαράγοντας τις πολιτικές της ανισότητας, μέσω της διακρατικής συμφωνίας της «Ένωσης Δημοσιονομικής Σταθερότητας» (Fiskalunion/Stabilitätsunion) των 17+8, αλλά τουλάχιστον υπεραμύνεται καταρχήν της ευρωπαϊκής ενοποίησης, έστω και αν αγνοεί επιδεικτικά και αναπαράγει την εσωτερική οικονομική ασυμμετρία της ευρωζώνης, υπαναχωρεί ως προς την αναδιάρθρωση του χρέους που κατέχουν οι ιδιωτικές τράπεζες (εκτός της υπό κατάρρευση ελληνικής περίπτωσης) και μεταφέρει αρμοδιότητες και ευρωπαϊκά κεφάλαια στο ΔΝΤ. Ασφαλώς η υφεσιογόνος γερμανική λογική της λιτότητας (ανισότητας) είναι επικίνδυνη και ανίκανη να αποτρέψει την πορεία της κρίσης. Όμως η διατήρηση της Ένωσης και ο διαχωρισμός της από την ακραία αγγλική λογική της αγοράς, διαμορφώνουν δυνητικά τις προϋποθέσεις για αλλαγή της πολιτικής, όταν η συντηρητική γερμανική αρχιτεκτονική αποδειχθεί ότι αγνοεί την στατική του ευρωπαϊκού οικοδομήματος, είναι τελικά αρνητική για την ίδια τη Γερμανία και περιθωριοποιεί την Ευρώπη και στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής39. Όμως το ύψος του κόστους αυτής της καθυστέρησης και αναβλητικότητας είναι άγνωστο και θα είναι τεράστιο, όπως αποδεικνύει και το κόστος δανεισμού (εκτός των γερμανικών ομολόγων) παρά τις όποιες «ιστορικές συμφωνίες».

Το τι θα σήμαινε η κατάρρευση της Ευρωζώνης και κατά συνέπεια της Ε.Ε. είναι για μας που ζήσαμε την μεταπολεμική εξηκονταετία ουσιαστικά αδιανόητο. Η εμπειρία του ευρωπαϊκού εθνικισμού, η υποχώρηση της παγκόσμιας ρυθμιστικής δύναμης των ΗΠΑ και η μεταβλητότητα του σύγχρονου πολυπολικού κόσμου καθιστούν αυτή την προοπτική σίγουρα τρομακτική. Προοπτική μίας «crisis of apocalyptic proportions», όπως επισημαίνει και πάλι ο Sikorski40, μιας θεμελιώδους κρίσης του πολιτικού.

Η απειλή της μεταδημοκρατίας είναι ήδη προ των πυλών. Η πολιτική της «marktkonforme Demokratie», της προσαρμοσμένης στην αγορά Δημοκρατίας που επαγγέλλεται η κ. Μέρκελ είναι η επικίνδυνη κληρονομιά της Margaret Thatcher, έστω κι αν η λογική του «καπιταλισμού του Ρήνου» δεν πρόκειται να απαρνηθεί το βιομηχανικό χαρακτήρα της γερμανικής οικονομίας, ο οποίος είναι και το καθοριστικό πλεονέκτημά της. Συγχρόνως το έλλειμμα και το δημόσιο χρέος μεταβάλλονται στο μεγαλύτερο εκβιασμό των αγορών απέναντι στις εθνικές κοινωνίες. Η «marktkonforme Demokratie» είναι η αποδοχή αυτού του εκβιασμού και η προσαρμογή της πολιτικής στους όρους που αυτός θέτει με πυρήνα και αποτέλεσμα τη θεμελίωση και την εμβάθυνση της ανισότητας.



Katalog: evalumedia

Download 2.91 Mb.
1   ...   213   214   215   216   217   218   219   220   221




Download 2.91 Mb.

Bosh sahifa
Aloqalar

    Bosh sahifa



Η αντοχή της ακραίας εκδοχής της αγοράς

Download 2.91 Mb.